«Μαύρη τρύπα» 610,5 εκατ. ευρώ άφησε το 2015 στο σύνολο των φορολογικών εσόδων (άμεσοι και έμμεσοι φόροι), καταγράφοντας μείωση κατά 1,38% έναντι του 2014.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η μόνη «πηγή» στην άμεση φορολογία όπου καταγράφηκε αύξηση κατά 11,47% είναι αυτή των εσόδων φόρου από μισθούς και συντάξεις που εισπράττονται με τη μορφή παρακράτησης (67,47% των συνολικών φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων), ενώ στην έμμεση φορολογία «σωσίβιο» ήταν τα έσοδα από τον ΦΠΑ, παρά την οριακή τους αύξηση.

Από την άλλη πλευρά, τη μεγαλύτερη μείωση κατά 46,82% παρουσιάζουν τα έσοδα που εισπράττονται με τη μορφή προκαταβολής (4,48% των συνολικών φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων), ενώ μειώθηκαν κατά 10,89% τα έσοδα που εισπράττονται με τη μορφή παρακράτησης πλην μισθών και συντάξεων (10,62% των συνολικών φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων) και κατά 5,24% τα έσοδα από τον κύριο φόρο στο εισόδημα (17,04% των συνολικών φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων).

Τα ανωτέρω προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τα στοιχεία της πρώτης έκθεσης για την εξέλιξη και διακύμανση των φορολογικών εσόδων που δημοσιοποίησε χθες η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και στην οποία αναλύεται η πορεία των φορολογικών εσόδων (σύγκριση των στοιχείων με τα αντίστοιχα έσοδα του προηγούμενου έτους και αιτιολόγηση των μεταβολών) και αποτιμάται η ποσοστιαία επίτευξη των εκτιμήσεων πραγματοποιήσεων 2015 για τις βασικές κατηγορίες φορολογικών εσόδων.

Αξιοσημείωτο στοιχείο της εν λόγω έκθεσης είναι ότι όσον αφορά τη συμμετοχή των άμεσων και έμμεσων φόρων στα συνολικά φορολογικά έσοδα, διαπιστώνεται ότι για την περίοδο Ιανουαρίου – Δεκεμβρίου του έτους 2015, οι έμμεσοι φόροι (23.770.028.837,96 ευρώ) αποτέλεσαν το 54,5% του συνόλου των φορολογικών εσόδων (43.614.403.458,59 ευρώ) και οι άμεσοι φόροι (19.844.374.620,63 ευρώ) ανήλθαν στο 45,50%.

Σε κάθε περίπτωση, από τα στοιχεία της ΓΓΔΕ προκύπτει ότι η λύση του δημοσιονομικού προβλήματος κάθε άλλο παρά η αύξηση της φορολογίας (άμεσης ή έμμεσης) είναι, αφού οι επιπλέον φόροι δεν φέρνουν και περισσότερα έσοδα στα δημόσια ταμεία.

Αμεσοι φόροι

Επισημαίνεται ότι οι άμεσοι φόροι σωρευτικά κατά το έτος 2015, με βάση τα ίδια στοιχεία, διαπιστώνεται ότι είναι μειωμένοι κατά 611.139.553,84 ευρώ, δηλ. κατά 2,99% σε σχέση με το αντίστοιχο μέγεθος του 2014.

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία παρατηρείται ότι η ανωτέρω μείωση οφείλεται κυρίως:

στην πτώση των εσόδων από τους φόρους περιουσίας κατά 8,46% (αποτελούν το 16% των συνολικών άμεσων φόρων),
στη μείωση των εσόδων από άμεσους φόρους παρελθόντων οικονομικών ετών κατά 11,79% (αποτελούν το 8,56% των συνολικών άμεσων φόρων) και
στη σημαντική μείωση, κατά 20,92%, των εσόδων από προσαυξήσεις, πρόστιμα και χρηματικές ποινές στους άμεσους φόρους (αποτελούν το 1,67% των συνολικών άμεσων φόρων).

Αντίθετα, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος τα οποία είναι 12,213 δισ. ευρώ και αποτελούν το 61,54% των συνολικών άμεσων φόρων, εμφανίζονται αμετάβλητα (οριακή αύξηση κατά 0,05%) κατά το έτος 2015 σε σύγκριση με τα αντίστοιχα για το έτος 2014.

Ειδικότερα, για τη φορολογία εισοδήματος παρατηρείται ότι τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων (7,82 δισ. ευρώ), τα οποία αποτελούν το 64% των συνολικών φόρων εισοδήματος, εμφανίζονται οριακά μειωμένα κατά 0,35% για το έτος 2015 σε σύγκριση με τα στοιχεία του προηγούμενου έτους.

Με βάση πάντως τη μηνιαία εξέλιξη των εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων παρατηρείται ότι τα εν λόγω έσοδα σημειώνουν σημαντική αύξηση από τον μήνα Ιούλιο του 2015 και μετά σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες, ενώ τους μήνες Αύγουστο και Νοέμβριο είναι υψηλότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα μεγέθη του έτους 2014.

Αυτό αιτιολογείται από το γεγονός ότι η 1η δόση πληρωμής του συγκεκριμένου φόρου μετατέθηκε από την 31η Ιουλίου την 31η Αυγούστου, εξαιτίας της επιβολής των capital controls. Για όσες δηλώσεις είχαν υποβληθεί έως τις 18 Ιουλίου, η πρώτη δόση πληρωμής του φόρου εισοδήματος έληγε στις 31 Ιουλίου.

Αντίθετα, με τη φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων, όπου τα έσοδα εμφανίζονται οριακά μειωμένα, τα έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων (2,895 δισ. ευρώ), τα οποία αποτελούν το 23,70% των συνολικών φόρων εισοδήματος, εμφανίζονται αυξημένα κατά 9,06% για το έτος 2015 σε σύγκριση με τα στοιχεία του προηγούμενου έτους.

Η εν λόγω αύξηση διαμορφώθηκε κυρίως από την αύξηση κατά 34,55% των εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα που εισπράττονται με μορφή προκαταβολής (αποτελούν το 49,55% των συνολικών εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων), με την παράλληλη μείωση των εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων κερδοσκοπικού χαρακτήρα (αποτελούν το 25,44% των συνολικών εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων) κατά 13,46% και των εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος εταιρειών, κοινοπραξιών κ.λπ. (αποτελούν το 12,25% των συνολικών εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων) κατά 15,14%.

Εμμεσοι φόροι

Τα σωρευτικά φορολογικά έσοδα από έμμεσους φόρους για την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2015 (23,770 δισ. ευρώ) εμφανίζονται σταθερά σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2014, σημειώνοντας μια πολύ οριακή αύξηση κατά 0,0025% (δηλαδή 597.000 ευρώ).

Οι κατηγορίες έμμεσων φόρων που συνεισφέρουν περισσότερο στα αντίστοιχα έσοδα είναι:

α) τα έσοδα από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) που συμμετέχουν με ποσοστό 57,32% (13,625 δισ. ευρώ),

β) τα έσοδα από φόρους κατανάλωσης που εισπράττονται από τα τελωνεία, τα οποία συμμετέχουν με ποσοστό 29,61% (7,038 δισ. ευρώ) και

γ) τα έσοδα από λοιπούς φόρους κατανάλωσης που συμμετέχουν με ποσοστό 7,24% (1,722 δισ. ευρώ).

Τα έσοδα από ΦΠΑ, 13,625 δισ. ευρώ, αποτελούν για το έτος 2015 την πιο προσοδοφόρα κατηγορία έμμεσων φόρων και εμφανίζουν οριακή αύξηση (0,09%) ως προς το έτος 2014 (13,613 δισ. ευρώ).

Πιο συγκεκριμένα, τα έσοδα από ΦΠΑ διακρίνονται σε έσοδα από ΦΠΑ εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων και των ενδοκοινοτικών συναλλαγών (με ποσοστό συμμετοχής 89%), καθώς και σε έσοδα από ΦΠΑ εισαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών (με ποσοστό συμμετοχής 11%).

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΓΓΔΕ, στα έσοδα από ΦΠΑ η εικόνα αντιστρέφεται από τον μήνα Οκτώβριο του 2015 και έπειτα, όπου τα έσοδα από ΦΠΑ ανά μήνα αυξάνονται κατά 10,6% (139 εκατ. ευρώ), κατά 5,9% (69 εκατ. ευρώ) και κατά 14,5% (144 εκατ. ευρώ) σε σχέση με τους αντίστοιχους τρεις τελευταίους μήνες του 2014.

Ο ΦΠΑ εγχώριων σε ετήσια βάση έχει υποστεί μια ελαφριά ποσοστιαία υποχώρηση της τάξης του 0,49% (από 12,19 δισ. ευρώ το 2014 σε 12,13 δισ. ευρώ το 2015), ενώ ο ΦΠΑ εισαγόμενων αυξήθηκε κατά 5,04% (από 1,426 δισ. ευρώ το 2014 σε 1,497 δισ. ευρώ το 2015).

Εντούτοις, η μεσοσταθμική τους επιρροή (μικρή μείωση των εσόδων από τον ΦΠΑ εγχώριων και αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ εισαγόμενων) έχει ουδέτερο αποτέλεσμα στα συνολικά έσοδα από ΦΠΑ, γι’ αυτό εξάλλου και τα συνολικά έσοδα παρουσιάζουν οριακή αύξηση.

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι τα σωρευτικά έσοδα από ΦΠΑ των ΔΟΥ εμφανίζονται βελτιωμένα για το 2015 (9,25 δισ. ευρώ) σε σχέση με το 2014 (9,07 δισ. ευρώ) και με μια μικρή μείωση σε σχέση με τα έσοδα του 2013 (9,3 δισ. ευρώ).

Από την άλλη, τα ετήσια έσοδα από ΦΠΑ που εισπράττονται από τα τελωνεία παρουσιάζουν διαχρονικά μείωση, η οποία είναι πιθανόν να οφείλεται στην επίδραση της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας στην κατανάλωση (το 2013 4,54 δισ. ευρώ, το 2014 4,51 δισ. ευρώ και το 2015 4,37 δισ. ευρώ).

Τα ακίνητα

Αξίζει να σημειωθεί ότι όσον αφορά την εξέλιξη των εσόδων από φόρους στην περιουσία παρατηρείται ότι τα έσοδα κατά το έτος 2015 (3,180 δισ. ευρώ) είναι χαμηλότερα σε σύγκριση με εκείνα του έτους 2014 κατά 8,46%, ποσό που αντιστοιχεί σε 293,899 εκατ. ευρώ.

Η συγκεκριμένη μείωση οφείλεται στην πραγματικότητα στη μείωση των εσόδων από τον φόρο ακίνητης περιουσίας κατά 319,838 εκατ. ευρώ.

Ειδικότερα, η εν λόγω ετήσια μεταβολή οφείλεται κυρίως:

α) στην κατάργηση του ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών ΕΕΤΗΔΕ από 1/1/2014 και στην αντίστοιχη μείωση των εσόδων κατά 1,074 δισ. ευρώ και

β) στην αύξηση μεν των εσόδων από τον θεσμοθετημένο από το έτος 2014 ενιαίο φόρο ιδιοκτησίας ακινήτων ΕΝΦΙΑ κατά 875,472 εκατ. ευρώ, η οποία όμως δεν αντιστοιχεί στην αναμενόμενη είσπραξη, λόγω της πληρωμής των δύο τελευταίων μηνιαίων δόσεων κατά το πρώτο δίμηνο του έτους 2016.